[1/4] Μίνα … πως έγινα μαζοχίστρια [Σ/Μ – Παρτούζα]

Η ιστορία γράφτηκε από επισκέπτη του Blog …

Ο χαρακτήρας και το παρελθόν της Μίνας [1]

Είχα διηγηθεί στις σελίδες του Ευταξία πως οδηγήθηκα να αισθάνομαι ευχαρίστηση μέσω του σαρκικού πόνου και πρέπει τώρα ν’ αναφερθώ και εδώ περιληπτικά έστω στο παρελθόν μου, στην πρώτη φορά που ένοιωσα τον πόνο να μετατρέπεται σε ηδονή, στην ιστορία της γνωριμίας μου με τον Γιώργο, ώστε να ξέρουν οι αναγνώστες της σελίδας πως σκέφτομαι και γιατί δέχομαι όλες αυτές τις ταπεινώσεις και εξευτελισμούς.

Προέρχομαι από πολύ αυστηρή οικογένεια, από ένα χωριό λίγο πιο έξω απ’ τη Λάρισα. Ήμουν πολύ άτακτο και απείθαρχο κορίτσι απ’ την εφηβεία μου. Δεν υπάκουγα στις εντολές του πατέρα μου σχετικά με την ώρα που θα ‘πρεπε να γυρίσω σπίτι από μια φίλη μου, ή σχετικά με την ένταση της μουσικής που δεν θα ‘πρεπε να ξεπερνάει κάποια όρια, κλπ. Δεν ήμουν αλήτισσα, δεν αντιμιλούσα σ’ ότι μου έλεγαν, ούτε είχα κανενός είδους σχέσεις με αγόρια αν και μου τα έριχναν ο ένας μετά τον άλλο, απλά δεν μπορούσα να βάλω τον εαυτό μου σε πειθαρχία. Τα αγόρια γενικά δεν με συγκινούσαν, χωρίς αυτό να σημαίνει πως με τραβούσαν τα κορίτσια, οπότε δεν μου ερχόταν να φτιάξω σχέση συναισθηματική με κανένα απ’ τα 2 φύλλα. Δεν χρειάζεται να πω ότι από τότε που άρχισε να σχηματίζεται το κορμί μου, όλα τα αρσενικά μαζευόταν γύρω μου σαν μύγες, ενώ οι φίλες μου με παρακινούσαν να πάρω μέρος σε διαγωνισμό ομορφιάς, αφού στο σύνολό τους με διαβεβαίωναν για αυτό που έβλεπα έτσι και αλλιώς από μόνη μου, πως ήμουν ένα τέλειο θηλυκό σε κάθε λεπτομέρεια, από πρόσωπο, από κορμί, μέχρι κάθε καμπύλη του σώματός μου. Από τότε λοιπόν που σαν έφηβη θυμάμαι τον εαυτό μου, όποτε ο πατέρας μου εκνευριζόταν μαζί μου, τα χαστούκια έπεφταν βροχή, με τιμωρούσε να μένω ώρες στο δωμάτιό μου, μου στερούσε φαγητό, όμως πραγματικά τιμωρία που να έχει σωματικό πόνο, δεν μου είχε επιβάλλει σχεδόν ποτέ. Αυτό που ανακάλυψα κάποια στιγμή, ήταν πως όταν μου έριχνε χαστούκια, το μουνί μου γέμιζε υγρά και αμέσως μετά απομονωνόμουν στο δωμάτιό μου και ξάπλωνα στο κρεβάτι μου ολόγυμνη, κυριευόμουν από μια υπέροχη αίσθηση απόλαυσης, τριβόμουν με μανία και έφτανα σ’ ένα καταπληκτικό οργασμό, επεκτείνοντας τα χαστούκια που μόλις είχα φάει με τη βοήθεια φαντασιώσεων, σε πλήρη σωματική τιμωρία. Πρέπει να πω εδώ ότι δεν υπήρχε ίχνος σεξουαλικότητας στον τρόπο που μου επέβαλλε τις τιμωρίες ο πατέρας μου, απλά εγώ ένοιωθα μέσα μου να φουντώνω, έσκυβα τα μάτια και τις δεχόμουν χωρίς καμιά αντίρρηση φτάνοντας ακόμα και να τις επιζητώ.

Μου είχε αναθέσει κατ’ επανάληψη να κλειδώνω τη μπροστινή πόρτα του σπιτιού το βράδυ καθώς πήγαινα για ύπνο, αφού το δωμάτιό μου ήταν δίπλα στην εξώπορτα, ενώ οι υπόλοιπες κρεβατοκάμαρες του σπιτιού ήταν στο βάθος, μετά το καθιστικό μας. Εγώ πολλές φορές το ξεχνούσα αυτό και το πρωί φεύγοντας για τα χωράφια, εύρισκε την εξώπορτα ξεκλείδωτη. Φώναζε κάθε φορά γι αυτό το θέμα, μου είχε ρίξει πολλές φορές χαστούκια το μεσημέρι πριν καθίσουμε για φαγητό, ενώ την τελευταία φορά με είχε προειδοποιήσει πως αν το ξεχάσω ξανά, θα μου επιβάλλει σωματική τιμωρία που θα την θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή. Ήμουν στην γ’ Λυκείου όταν εκείνο το βράδυ, μόλις άκουσα αυτή την έκφραση που χρησιμοποίησε, μου μπήκε η ιδέα. Επίτηδες άφησα πάλι ξεκλείδωτη την εξώπορτα. Το επόμενο μεσημέρι περίμενα όλο ανυπομονησία αλλά και άγχος την επιστροφή του απ’ τα χωράφια.

Όταν μπήκε στο σπίτι, άρχισε να ουρλιάζει, γεμάτος νεύρα. Η αδερφή μου και η μάνα μου έτρεξαν ανήσυχες να δουν τι συμβαίνει, ενώ εγώ χωρίς να κουνηθώ απ’ τη κουζίνα, κάθισα στο τραπέζι ξέροντας τον λόγο που τον έκανε να ουρλιάζει, κάνοντας την αδιάφορη. Αυτό που θυμάμαι είναι πως το μουνί μου είχε ήδη υγρανθεί και με είχε πλημμυρίσει μια αίσθηση αναστάτωσης και προσμονής. Μπήκε στην κουζίνα σχεδόν τρέχοντας, με τη μάνα μου και την αδερφή μου να τον τραβάνε απ’ τα ρούχα, αφού κατάλαβαν τι ήταν έτοιμος να κάνει και τον λόγο για τον οποίο ήταν εκτός εαυτού. Χωρίς να δίνει σημασία στα κλάματα και τα παρακάλια της μάνας μου, με τράβηξε βίαια απ’ τα μαλλιά, με έριξε με τη μια στο πάτωμα και τοποθέτησε το κεφάλι μου ανάμεσα στα γόνατά του σφίγγοντάς το σα μέγγενη. Ήμουν ακινητοποιημένη εκεί, πεσμένη στα 4, χωρίς να μπορώ να κινηθώ ούτε εκατοστό. Επειδή τα χέρια μου δεν μπορούσα να τα στηρίξω στο πάτωμα, τα σήκωσα και αγκάλιασα τα μπούτια του, αναγκαστικά, για να στηρίξω το βάρος του κορμού μου. Στ’ αυτιά μου έφτασε ένας ήχος που κατάλαβα αμέσως πως είναι η ζωστήρα που τραβιέται απότομα και βγαίνει απ’ τα θυλάκια του παντελονιού. “Εσύ δεν καταλαβαίνεις μ’ άλλο τρόπο σκύλα Θα σου ρίξω τόσο ξύλο τώρα, που θα σου μείνει αξέχαστο βρώμα” ήταν τα λόγια του καθώς τύλιξε τη ζώνη γύρω απ’ την παλάμη του. Οι ήχοι που ακουγόταν στην κουζίνα ήταν ένα ανακάτεμα ουρλιαχτών της μάνας μου, της αδερφής μου και του πατέρα μου, που έβριζε συνεχώς. Εγώ δεν αντιδρούσα στο παραμικρό.

Ξαφνικά σώπασαν όλοι τους, ενώ ένοιωσα ένα χέρι που πιάνοντας το ελαφρύ τιραντέ φορεματάκι μου απ’ την ούγια, το τράβηξε σκίζοντάς το και αφήνοντας την πλάτη μου μέχρι κάτω τον πισινό μου γυμνά. Δεν μεσολάβησε στιγμή δισταγμού. Η ζωστήρα ανεβοκατέβαινε με δύναμη στην πλάτη μου, που απ’ το πρώτο χτύπημα ένοιωσα να φλέγεται. Τιναζόμουν, συστρεφόμουν, ούρλιαζα απ’ τον πόνο. Τα τινάγματά μου, απλά έδιναν ευκαιρία να σκάει η ζωστήρα και σε άλλα σημεία του κορμιού μου, μέχρι να βρω τη δύναμη να ισορροπήσω πριν το επόμενο χτύπημα. Ο ρυθμός των χτυπημάτων και η δύναμη με την οποία ανεβοκατέβαζε τη ζωστήρα πάνω μου, δεν μειώθηκε στο παραμικρό παρά τα ουρλιαχτά μου και τις παρακλήσεις της μάνας μου και της αδερφής μου. Τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι απ’ τα μάτια μου και η σάρκα μου μούδιαζε σε κάθε χτύπημα, ενώ ένοιωθα χιλιάδες βελόνες να με τρυπούν όπου η δερμάτινη λωρίδα εύρισκε τη σάρκα μου. Πολλές βουρδουλιές μ’ εύρισκαν ακριβώς στη σχισμή του κώλου μου και κάποιες απ’ αυτές έσκαγαν στα μεγάλα χείλη του μουνιού μου, κάνοντάς με ν’ αναπηδώ απ’ τον φρικτό πόνο και να τραβάω προς το κορμί μου, να σφίγγω δυνατά τα μπούτια του πατέρα μου πάνω στους ώμους μου.

Όταν μ’ απελευθέρωσε απ’ τη λαβή του, έπεσα μπρούμυτα στο πάτωμα, αργοσαλεύοντας δεξιά- αριστερά και συνεχίζοντας να κλαίω με λυγμούς. Πονούσε όλη μου η πλάτη, πονούσε ο κώλος μου, έκαιγε όλο μου το κορμί. Θυμάμαι όμως μέσα σ’ αυτό το μαρτύριο που ζούσα εκείνη τη στιγμή πως με πλημμύριζε ταυτόχρονα μια ανείπωτη ηδονή, μια ευχαρίστηση πρωτόγνωρη. Με το ζόρι σηκώθηκα και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο για να πλυθώ. Εκεί που δεν μ’ έβλεπε κανείς, έμεινα ώρα γυμνή μπροστά στον καθρέπτη να θαυμάζω τις βυσσινιές γραμμές που γέμιζαν το σώμα μου απ’ τους ώμους, ως τα καπούλια μου και τα πλευρά μου. Έβαλα τα δάχτυλά μου στο μουνί μου που πραγματικά έσταζε και έφτασα πάλι σε οργασμό. Εκείνο τ’ απόγευμα κατάλαβα πως δεν υπήρχε περίπτωση να με κάνει να αισθανθώ ηδονή άντρας, αν δεν τον κάνω να μου φερθεί με τέτοιο τρόπο που να καθυποτάσσει τις δικές μου επιθυμίες και να μου επιβάλλει τη θέλησή του. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν με τραβούσε ο κοινός τόπος με τον οποίο με πλησίαζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή τα αγόρια.

Μετά από λίγο καιρό, βρέθηκα στο Οικονομικό των Αθηνών, πρωτοετής φοιτήτρια, με νέες φίλες και χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς απ’ το σπίτι. Κολλητές φίλες μου, μου περιέγραφαν τα γαμήσια τους με συμφοιτητές μας, κάποιες απ’ αυτές μου περιέγραψαν πως έχασαν την παρθενιά τους σαν πρωτοετείς, όμως εγώ ήξερα πως κανείς απ’ τους συμφοιτητές μας δεν είχε την εμπειρία, κανείς τους δεν μ’ έκανε να δω στα μάτια του τις πρόστυχες φαντασιώσεις που με κατάκλυζαν κάθε βράδυ πριν με πάρει ο ύπνος, ώστε να θελήσω να τα φτιάξω μ’ αυτόν. Πάθαιναν όσες φίλες μου μάθαιναν πως ήμουν ακόμα παρθένα. Με πλησίασαν 2-3 φοιτήτριες, πολύ κουκλάρες πρέπει να ομολογήσω, που θέλησαν να τα φτιάξω μαζί τους, θεωρώντας πως είχα λεσβιακές τάσεις, όμως τις απέρριψα γελώντας και λέγοντας τους πως έψαχνα κάτι άλλο. Αυτό το κάτι άλλο, το απολάμβανα όσο μου ήταν δυνατόν, μόνη μου στη γκαρσονιέρα μου, ψάχνοντας για νέες ιδέες, για οτιδήποτε θα μπορούσε να μου προκαλέσει σωματικό πόνο.

Πέρασα πολλά βράδια στη γκαρσονιέρα μου ν’ ακουμπάω τα γυμνά μου στήθια πάνω στα αναμμένα μάτια της μίνι ηλεκτρικής κουζίνας που μαγείρευα, μέχρι που κοκκίνιζαν και πονούσαν οι θηλές μου απ’ το κάψιμο, ενώ την ίδια στιγμή έτριβα μανιασμένα το μουνί μου. Λίγο πριν φτάσω σε οργασμό σταματούσα και χτυπούσα τα στήθια μου, την κοιλιά μου και τον κώλο μου με μια βέργα από κλαδί ελιάς γεμάτο ρόζους, που είχα πάρει απ’ την εξοχή ειδικά γι αυτό το σκοπό. Γονάτιζα πολλά βράδια μπροστά στο καλοριφέρ της γκαρσονιέρας και τρίβοντας το μουνί μου, ακουμπούσα τα στήθια μου και τα πίεζα πάνω στις φέτες του, ακουμπούσα εναλλάξ τα πλευρά μου, την κοιλιά μου, μέχρι που έμεναν πάνω στην κατάλευκή μου σάρκα οι γραμμές από εγκαύματα σχεδόν α’ βαθμού απ’ το κάψιμό του. Όσο καιγόταν τα στήθια μου ή η σάρκα των πλευρών μου, τόσο ένοιωθα την καύλα ν’ ανεβαίνει μέσα μου, τόσο η λίμπιντό μου εκτοξευόταν στα ύψη. Κάποιες φορές πριν ακουμπήσω τα στήθια μου στο καλοριφέρ, έχωνα στον κώλο μου χοντρά κεριά για να με τσούζει όση ώρα θα κρατούσε ο αυτοβασανισμός μου. Άλλες φορές, έβαζα το σίδερο στην πρίζα και περνούσα την πλάκα πάνω απ’ όλο το κορμί μου, απ’ το εσωτερικό των μηρών μου, πάνω απ’ τη σάρκα του κώλου μου Η τάση μου να θέλω πόνο, ήταν τέτοια που πολλές φορές έμεναν σημάδια για μέρες πάνω μου. Η καύλα όμως μέσα μου ήταν τέτοια που μ’ ανέβαζε στα ύψη.

Από ένα σημείο και ύστερα, έπαψα να φτάνω σε οργασμό. Έκανα διάφορα όπως περιέγραψα, με δονούσαν σπασμοί και συνεχώς διατηρούμουν ξαναμμένη, όμως την τελευταία στιγμή, δευτερόλεπτα πριν φτάσω σε οργασμό, σταματούσα. Ανακάλυψα πως αυτό με διατηρούσε σε μια κατάσταση μόνιμης καύλας. Γινόταν μάθημα στο αμφιθέατρο, βρισκόμασταν με παρέα σε μια καφετέρια και εγώ μέσα μου έβραζα. Το μουνί μου φλεγόταν. Μ’ άγγιζε τυχαία ένα αρσενικό και ανατρίχιαζα από προσμονή. Τα μάτια μου του έλεγαν “σκίσε μου το κορμί”, όμως κανείς δεν μ’ άκουγε. Ήθελα να έβρισκα αυτόν που θα διάβαζε τη ματιά μου και θα μ’ άφηνε ξέπνοη πεσμένη κάτω.

Κύλησε έτσι ένας χρόνος και βάλε. Στο τρίτο έτος, κάποια βραδιά που κατά τις 6 τα ξημερώματα μ’ άφησαν ένα στενάκι πιο κάτω απ’ τη γειτονιά μου οι συμφοιτήτριές μου γυρίζοντας από ένα γλέντι, βάδιζα γρήγορα προς την είσοδο της πολυκατοικίας μου. Δίπλα στην πολυκατοικία μου ήταν γιαπί. Είχαν ρίξει τα θεμέλια και το σκελετό. Γύρω ο τόπος ήταν ξεραμένα τσιμέντα, τάβλες απ’ αυτές που κάνουν τα καλούπια, σκισμένα χάρτινα τσουβάλια ασβέστη και άλλων υλικών, σκέτη ανακατωσούρα και βρωμιά. Στο βάθος ακούστηκαν φωνές, που δεν μπορούσα να δω από ποιους προερχόντουσαν. Σιγοστάθηκα γιατί νόμιζα πως άκουσα τ’ όνομά μου και μπήκα στο δάπεδο που θα γινόταν μελλοντικά η πυλωτή της πολυκατοικίας. Στο βάθος, στον ακάλυπτο, είχαν ανάψει μια μικρή φωτιά οι εργάτες και είχαν αρχίσει να μαζεύονται όπως κάθε πρωί, ζεσταινόντουσαν μέχρι να έρθουν όλοι και ν’ αρχίσουν το χτίσιμο. Πρέπει να ήταν ανάμεσά τους αρκετοί Αλβανοί, ή ίσως και άλλων φυλών, γιατί αυτό που ακουγόταν ήταν ένα ακατανόητο γλωσσικό μπέρδεμα. Έφτασα κοντά τους και σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, τους ρώτησα αόριστα “με φωνάξατε βρε παιδιά;”. Ακούστηκαν κάτι χάχανα, κάτι ξένα λόγια, ενώ μερικοί απ’ αυτούς βρέθηκαν γύρω μου να με επεξεργάζονται.

Έλεγαν διάφορα και συνέχισαν να γελάνε κοροϊδευτικά, όταν ένας απ’ αυτούς που με είχαν πλησιάσει μ’ έσπρωξε προς το μέρος αυτών που ήταν ακόμα καθισμένοι. Σε δευτερόλεπτα είχε γίνει κουρέλια το λεπτό έξωμο καλοκαιρινό φόρεμα που φορούσα και όταν είδαν να μην φοράω τίποτα από κάτω, αφού δεν φορούσα ποτέ εσώρουχα, ακούστηκε στα Ελληνικά ένας που μη πιστεύοντας στ’ αυτιά μου, τον άκουσα να προτρέπει τους άλλους να με βιάσουν όλοι μαζί. Μου ήταν αδύνατο ν’ αντιδράσω. Όσο πιο ευγενικά μπορούσα τους είπα να με λυπηθούν και να μ’ αφήσουν να φύγω. Τους είπα πως ήμουν παρθένα. Αυτός που είχε μιλήσει Ελληνικά, ήρθε κοντά μου και πιάνοντάς με απ’ τα μαλλιά, με τράβηξε απότομα στο πάτωμα. “Θα σου κάνουμε τον κώλο μπουρί πουτανάκι. Θα σου γαμήσουμε το κορμί και θα σε χορτάσουμε χύσι. Μη στεναχωριέσαι  παλιοβρόμα, θα σου μείνει αξέχαστη αυτή η βραδιά Θα ήμαστε αυτοί στους οποίους θα χρωστάς το ότι έγινες γυναίκα ” είπε και αμέσως μετά έπεσε πάνω μου. Κρατώντας μου τα μπράτσα τεντωμένα πάνω απ’ το κεφάλι μου, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και μπήκε μέσα μου βίαια. Απ’ τη μια έβλεπα να με βιάζουν, ένοιωθα πως θα γινόταν ένα αρκετά βίαιο πήδημά μου απ’ όλους αυτούς που με κοιτούσαν ξενηστικωμένοι, απ’ την άλλη μου ήταν αδύνατο να κάνω κάτι για να ξεφύγω.

Έμενα εκεί πεσμένη, ακίνητη, ήμουν μια άψυχη κούκλα στα χέρια τους, μαγνητισμένη απ’ ότι ένοιωθα πως θ’ ακολουθούσε. Απ’ την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως δεν ήθελα να ξεφύγω. Το μουνί μου ήταν υγραμένο απ’ την ώρα που διάβηκα την πυλωτή. Περνούσαν από πάνω μου ο ένας μετά τον άλλο. Με γυρνούσαν μπρος, πίσω, με σήκωναν όρθια και με ανατοποθετούσαν όπως τους βόλευε. Ούτε κατάλαβα πότε μπήκε ο πρώτος τους στον κώλο μου, ούτε πότε έχυσε στο στόμα μου ο καθένας τους. Σε μερικά λεπτά έσταζα ολόκληρη από ιδρώτα και χύσια. Το χώμα απ’ την κατασκευή κολλούσε πάνω μου, ανακατευόταν με τον ιδρώτα μου και με τα χύσια τους. Ένοιωθα βρώμικη, ένοιωθα να ξευτελίζομαι, ένοιωθα να γίνομαι αντικείμενο στα χέρια τους. Το κορμί μου καιγόταν. Το ότι δεν έκανα καμία προσπάθεια να ξεφύγω, τους έδινε περισσότερο θάρρος, τους έκανε να μαζεύουν δυνάμεις και να πέφτουν πάνω μου ξανά και ξανά. Ακουγόντουσαν πολλά λόγια όση ώρα κράτησε το βίαιο σκίσιμό μου, εκφράσεις στα ξένα, αλλά και στα Ελληνικά “Είσαι φοβερή πουτάνα μωρό μου, θα σε γαμάμε κάθε μέρα μέχρι να χορτάσεις χύσια, μέχρι να μας ξεζουμίσεις και να σου κάνουμε το κορμί και τις τρύπες σου ξεχειλωμένες Και μην τολμήσεις ποτέ να πεις στην αστυνομία τι συνέβη εδώ, γιατί θα σε σκοτώσουμε “. Μέχρι να τελειώσει ο τελευταίος, μάζευε δυνάμεις ξανά ο πρώτος και ερχόταν πάλι. Πρέπει να έχυσαν μέσα μου πολλές φορές. Όταν λέω μέσα μου, εννοώ σε κάθε μου τρύπα. Εκείνο το ξημέρωμα, δοκίμασα τα πάντα μέσα σε ένα 45ντάλεπτο. Βρισκόταν γύρω μου πεσμένοι, ξέπνοοι, λαχανιασμένοι, όταν σηκώθηκα να φύγω. Πέρασα απ’ τους μισούς κοντά, προσπαθώντας να μαζέψω τα κομμάτια του ρούχου μου, για να φοράω κάτι μπαίνοντας στην πολυκατοικία μου και αυτό που είδα στα μάτια τους ήταν η απόλυτη ικανοποίηση. Δεν με σταμάτησε κανείς τους. Που να βρουν τη δύναμη άλλωστε; Ανάμεσα στα μπούτια μου ένοιωσα να τρέχουν τα υγρά τους. Έσταζα απ’ τον κώλο μου, απ’ το μουνί μου. Το πρόσωπό μου ήταν πασαλειμμένο μέχρι τις ρίζες των μαλλιών μου απ’ τα χύσια τους. Χωρίς να πω τίποτα, πέρασα ανάμεσά τους και έφυγα. Φτάνοντας στην γκαρσονιέρα μου έπεσα ψόφια στο κρεβάτι, αφού δεν είχα δυνάμεις να πάω μέχρι την τουαλέτα να πλυθώ. Θα μου έμενε όντως αξέχαστη αυτή η πρώτη μου εμπειρία;

Συνέχεια της ιστορίας … κλικ εδώ

**********

Αν σας άρεσε η ιστορία, γράψτε ένα ευχαριστώ, ώστε να ξέρω, αν υπάρχει λόγος να συνεχίσω το blog. Δεν είναι ανάγκη να γράψετε κάποιο όνομα ή το email σας, παρόλο που το ζητάει στο comment.

3 Comments

  1. Μίνα, σ’ ευχαριστώ για την 2η ιστορία σου. Αν και σε διάβαζα στο site του Ευταξία, ωστόσο δεν έτυχε να διαβάσω σχετικά με το πρώτα σου βήματα στον μαζοχισμό. Αν και όπως έχω πει και σε προηγούμενα σχόλια, δεν είμαι υπέρ του σαδομαζοχισμού στις επαφές μου, ώστοσο κατάφερες με το γράψιμό σου να με καυλώσεις🙂

  2. mina exeis parei pote mati ton patera soy???eite sto mpanio eite na kanei sex me tin mana soy?

  3. Η Μίνα έστειλε και τη συνέχεια της ιστορίας της (δεν ήξερα πως είχε συνέχεια).

    Μείνετε συντονισμένοι.


Comments RSS TrackBack Identifier URI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s